Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

Η αντιμετώπιση των δικηγόρων από την κυβέρνηση Βενιζέλου το 1911 ("οι σκηνές του πρωτοδικείου").





του ΒΑΣΙΛΗ ΤΣΙΧΛΗ

Καμία κυβέρνηση, ελληνική ή ξένη, δεν συμπαθεί όσους αντιτάσσονται στις αποφάσεις της. Οι κυβερνητικές αντιδράσεις διαφέρουν αναλόγως της μορφής του πολιτεύματος και της ιδιοσυγκρασίας των κυβερνώντων. Στο σύντομο αυτό άρθρο εξετάζουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε πριν από ακριβώς έναν αιώνα τις διαμαρτυρίες των δικηγόρων η πρώτη κυβέρνηση των Φιλελευθέρων υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο. 
Από τις βασικές προεκλογικές εξαγγελίες της πρώτης κυβερνήσεως Βενιζέλου, υπήρξε η αναμόρφωση της Δικαιοσύνης, την οποία ανέλαβε ο υπουργός Δικαιοσύνης Νικόλαος Δημητρακόπουλος. Όταν ο υπουργός ζήτησε την άποψη του Δικηγορικού Συλλόγου για τα δικαστικά νομοσχέδια, οι δικηγόροι τα απέρριψαν. Ο υπουργός ζήτησε να αιτιολογηθεί η αρνητική αυτή στάση έναντι των νομοσχεδίων και ο Σύλλογος υπέβαλε σχετικό υπόμνημα. Βέβαια, όπως συνήθως συμβαίνει, ούτε τα επιχειρήματα ούτε οι διαμαρτυρίες ελήφθησαν υπ’ όψει και τα νομοσχέδια ψηφίσθηκαν. Οι δικηγόροι όμως, αποφάσισαν να αντισταθούν. Σε αυτό το σημείο πρέπει να επισημανθεί ότι το παρόν ασχολείται με τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρθηκε η κυβέρνηση Βενιζέλου έναντι των δικηγόρων, χωρίς να εξετάζει αν οι διαμαρτυρίες του δικηγορικού Σώματος για το περιεχόμενο των νομοσχεδίων ήταν δικαιολογημένες ή όχι[i]...


Οι «σκηνές του Πρωτοδικείου»[ii]
Την 16η Μαρτίου 1911 και περί ώρα 16:00: «πάντες σχεδόν οι δικηγόροι Αθηνών… συνήλθον εν τη μεγάλη αιθούση των συνεδριάσεων του Πρωτοδικείου προς σύσκεψιν περί της εννόμου αμύνης κατά της αδικαιολογήτου επιμονής της Κυβερνήσεως προς επιψήφισιν των δικαστικών νομοσχεδίων». Η συνεδρίαση των δικηγόρων ξεκίνησε μετά τη λήξη της συνεδριάσεως του Δικαστηρίου. Δεν χρειαζόταν να ζητηθεί ειδική άδεια από το Πρωτοδικείο, διότι το άρθρο 5 του περί Δικηγορικών Συλλόγων νόμου προέβλεπε ότι οι δικηγόροι συνέρχονται στην αίθουσα του Πρωτοδικείου τις ώρες που δεν έχει ορισθεί συνεδρίαση. Αρχικώς, η συνεδρίαση είχε προγραμματισθεί για την προηγουμένη και περί ώρα 17:00, αλλά επειδή η συνεδρίαση του Πλημμελειοδικείου παρατεινόταν αναβλήθηκε[iii]

    Η συνεδρίαση ήταν έντονη και τελικώς προτάθηκε είτε να συσταθεί επιτροπή η οποία, δια παντός νομίμου μέσου, θα πράξει όπως μη κυρωθεί (υπό του Βασιλέως) ή δημοσιευθεί ο νόμος είτε να κηρυχθεί απεργία διότι «η Κυβέρνησις απέδειξε μέχρι τούδε ότι δεν είνε διατεθειμένη να λάβη υπ’ όψει της ουδεμίαν άλλην γνώμην πλην της του εισηγητού των νομοσχεδίων».
    Τη στιγμή εκείνη, φαίνεται κάποιος χωροφύλακας στην αίθουσα:
    «Έξω, έξω!» φωνάζουν πολλοί.
    «Τί θέλει ο χωροφύλαξ;»
    Σε λίγο έρχεται ο πρόεδρος του Δικαστηρίου Παπαδόπουλος με τους δικαστές θέλοντας να συνεχίσει τη συνεδρίαση του Δικαστηρίου (θα δίκαζε το εμπορικό τμήμα) αλλά, καθώς οι δικηγόροι δεν είχαν ολοκληρώσει τη σύσκεψή τους και υπό τις έντονες διαμαρτυρίες τους, υποχωρεί δηλώνοντας ότι τους χορηγεί μια ακόμη ώρα για την ολοκλήρωση των εργασιών τους.
    Εν συνεχεία, οι δικηγόροι συνέταξαν το κάτωθι ψήφισμα:

Η Συνέλευσις των εν Αθήναις δικηγόρων εκφράζουσα την λύπην της, διότι το νομοσχέδιον περί ερημοδικιών εν ταις ποινικαίς δίκαις έτυχε της εγκρίσεως της Βουλής, χαρακτηρισθέν ως ζήτημα εμπιστοσύνης, συνιστά εις την Σεβαστήν Κυβέρνησιν ν’ αποφύγη όμοιον χαρακτηρισμόν επί των λοιπών δικαστικών νομοσχεδίων, ήτοι του περί ανεκκλήτου, του περί δικαστικού ενσήμου και του περί δικηγόρων και ότι εξακολουθεί έχουσα αδιάσειστον την πεποίθησιν ότι τα υποβληθέντα υπό του κ. υπουργού της Δικαιοσύνης νομοσχέδια ταύτα είνε εις άκρον επιβλαβή ως δυσχεραίνοντα την απονομήν της Δικαιοσύνης εις τον λαόν, συνιστάται δ’ όπως η Σεβαστή Κυβέρνησις μη υποβάλη εις την κύρωσιν της Α. Μ. το ψηφισθέν ως άνω νομοσχέδιον.
Η Συνέλευσις των εν Αθήναις Δικηγόρων

    «Καθ’ ην στιγμήν επερατούτο η ανάγνωσις του ψηφίσματος και εγένετο τούτο αποδεκτόν διά βοής, πολύ προ του περατωθή η δοθείσα υπό του προέδρου των Πρωτοδικών κ. Παπαδοπούλου παράτασις μιάς ώρας προς συνέχειαν της συνεδριάσεως του δικηγορικού Σώματος, ενεμφανίσθη ο αντεισαγγελεύς των Εφετών κ. Δεκάριστος», που εκτελούσε και καθήκοντα εισαγγελέως Εφετών διότι η θέση ήταν κενή, ακολουθούμενος παρά ενός εισαγγελέως, δύο δικαστών, τριών ανακριτών και του ως άνω προέδρου Παπαδοπούλου. Ο Παπαδόπουλος, ο εισαγγελεύς και οι δύο δικαστές καταλαμβάνουν τις έδρες τους παρά τις δαιμονιώδεις αποδοκιμασίες των δικηγόρων:
    «Οι συνεχείς κωδωνισμοί του κ. προέδρου [Παπαδοπούλου] πνίγονται εις τον παταγώδη θόρυβον τον προσγενόμενον εκ των φωνών και των ποδοπατημάτων των δικηγόρων ραβδιζόντων τα καθίσματα και τας τράπεζας. Ο κ. Δεκάριστος ιστάμενος άνωθεν του κ. προέδρου προσπαθεί να είπη κάτι, αλλά δεν ακούεται. “Έξω! Έξω μας υβρίζετε! Τί κατάστασις είνε αυτή;” 
    Τινές εκ των δικηγόρων των συντηρητικωτέρων παρακαλούν τον κ. Δεκάριστον να αποχωρήση. Ούτως όμως επιμένει και ο θόρυβος και αι αποδοκιμασίαι επιτείνονται».  Τελικώς, ο Δεκάριστος αναγκάζεται να αποχωρήσει μετά των υπολοίπων δικαστικών. Τί είχε όμως συμβεί, και εμφανίσθηκε αιφνιδίως ο Δεκάριστος στην αίθουσα ενώ εξακολουθούσε η συνεδρίαση των δικηγόρων; Ο Δεκάριστος πληροφορήθηκε ότι η σύσκεψη των δικηγόρων παρατάθηκε και αναβλήθηκε για την επόμενη ώρα η συνεδρίαση του Δικαστηρίου. Έσπευσε λοιπόν να ειδοποιήσει τον υπουργό Δικαιοσύνης Δημητρακόπουλο: «ο οποίος έδοσεν αυστηράν διαταγήν όπως εφαρμοσθή το Κράτος του Νόμου. Ελέγετο μάλιστα, ότι διεβίβασε και έγγραφον διαταγήν, όπως διαλύση τους δικηγόρους εν ανάγκη και διά της λόγχης»[iv]

    Μετά την επικοινωνία με τον Δημητρακόπουλο, ο Δεκάριστος εισήλθε με τους υπολοίπους δικαστικούς στην αίθουσα, όπως προαναφέραμε, για να επιβάλει τη συνέχιση της συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αλλά συνάντησε τη σθεναρή αντίσταση του δικηγορικού Σώματος και αναγκάσθηκε να αποχωρήσει αλλά δεν εγκατέλειψε την προσπάθεια καθώς έσπευσε τηλεφωνικώς να ζητήσει από τη Διεύθυνση της Αστυνομίας «δύναμιν ίνα χρησιμοποιήση ταύτην εν ανάγκη προς επιβολήν της δοθείσης αυτώ διαταγής παρά του κ. υπουργού». Πράγματι, έπειτα από λίγο κατέφθασε ένας ουλαμός χωροφυλάκων από το Β΄ Αστυνομικό Τμήμα, η εμφάνιση του οποίου αύξησε την αγανάκτηση εκ μέρους των δικηγόρων και ο Δεκάριστος έσπευσε να τους ζητήσει να αποχωρήσουν.  Εν τω μεταξύ, συμπληρώθηκε η ανάγνωση του ανωτέρω ψηφίσματος, έγινε δεκτό διά βοής ενώ απορρίφθηκε πρόταση να υπάρχει σε αυτό και διαμαρτυρία κατά των δικαστικών αρχών για τη συμπεριφορά τους. 
Το «Σκριπ» της επομένης, έγραψε:
Άγνωστον αν αι ανωτέρω σκηναί, αι προκληθείσαι εξ αδικαιολογήτου πείσματος και εκ της παραδόξου ιδέας ότι η Κυβερνητική ή υπουργική γνώμη επιβάλλεται, οιαδήποτε και αν είνε, διά της βίας και της απειλής, ως η γνώμη δασκάλου προς μαθητάς νηπιαγωγείου, άγνωστον, λέγομεν, αν θα έχουν συνεπείας.

Ανακρίσεις[v]
 
Παρά την επιφυλακτικότητα του «Σκριπ», όλοι νόμιζαν ότι το επεισόδιο είχε λήξει, εκτός από τον Δεκάριστο ο οποίος (όπως λέγεται με εντολή του Δημητρακοπούλου), προέβη αυτοπροσώπως σε ανακρίσεις για την τιμωρία των πρωταιτίων των λεγομένων «σκηνών του Πρωτοδικείου». Μάλιστα ο Δεκάριστος, ζήτησε πληροφορίες από άλλους δικαστικούς ώστε να εξακριβώσει τους πρωταιτίους των σκηνών. Αφ’ ου κατέληξε στα ονόματα των Μ. Κοτάκη, Σ. Σπυροπούλου και Ν. Κοτσελοπούλου, τους εκάλεσε και τους απήγγειλε κατηγορία επί αντιστάσει και εξυβρίσει κατά της Δικαιοσύνης και της δικαστικής αρχής. 

    Οι κατηγορούμενοι, όπως επίσης και οι μάρτυρες που εξετάσθηκαν, κατέθεσαν ότι από την άκαιρη επέμβαση του κατηγόρου αντεισαγγελέως Εφετών και την εμφάνιση της χωροφυλακής προεκλήθη η ζωηρή διαμαρτυρία όλων των δικηγόρων στην αίθουσα για τα μέτρα του Δεκαρίστου: «τα οποία κατά την κοινήν αυτών αντίληψιν ελαμβάνοντο άνευ ουδενός λόγου προς διάλυσιν της συνελεύσεως και
Κωνσταντίνος Ρακτιβάν
ουχί προς έναρξιν της συνεδριάσεως, της οποίας η ορισθείσα παρά του προέδρου κ. Παπαδοπούλου ώρα δεν είχεν έτι επέλθει». Έπειτα από τις ενέργειες αυτές του Δεκαρίστου, πολλοί δικηγόροι συνήλθαν σε μυστική σύσκεψη στα γραφεία του Δικηγορικού Συλλόγου – προφανώς μυστική για να μην επιχειρηθεί η διάλυση και αυτής από την κυβέρνηση. Εν συνεχεία συνεδρίασε το διοικητικό συμβούλιο του Συλλόγου και συνέταξε πρακτικό που δημοσιεύθηκε στον τύπο με το οποίο διαμαρτυρόταν διότι ο αντεισαγγελεύς «δίδει χαρακτηρισμόν σοβαρότατον εις γεγονότα στερούμενα τοιαύτης».

Οι «σκηνές του Πρωτοδικείου» στη Βουλή[vi]

Το ζήτημα των σκηνών του Πρωτοδικείου λοιπόν, έλαβε μάλλον απρόοπτα μεγάλη διάσταση και έφθασε έως τη Βουλή την 21η Μαρτίου 1911 προκαλώντας μια τρικυμιώδη συνεδρίαση που συνεχίσθηκε και την επομένη ημέρα, καταλήγοντας μάλιστα σε ζήτημα ψήφου εμπιστοσύνης. Ο Κωνσταντίνος Ρακτιβάν (βουλευτής, πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, εισηγητής της Επιτροπής Αναθεωρήσεως του Συντάγματος και από τους σημαντικότερους νομομαθείς της γενιάς του), που κατέθεσε τη σχετική επερώτηση, παρατήρησε ότι ο Δεκάριστος, αν και αντεισαγγελεύς Εφετών, εκτελούσε καθήκοντα εισαγγελέως Εφετών διότι η θέση ήταν κενή. Εν τούτοις, ο νόμος ρητώς όριζε ότι αν η θέση του εισαγγελέως Εφετών ήταν κενή διότι δεν υπήρχε υποψήφιος με τα κατάλληλα προσόντα, τότε τα καθήκοντά του εκτελούσε προσωρινώς εφέτης και ποτέ αντεισαγγελεύς όπως συνέβη στην περίπτωση Δεκαρίστου (η λογική του νόμου είναι ότι εφ’ όσον ο αντεισαγγελεύς εκρίθη ότι δεν διαθέτει τα απαραίτητα προσόντα για να προαχθεί στον βαθμό του εισαγγελέως, δεν μπορεί να εκτελεί ούτε προσωρινώς τα καθήκοντά του). 

    Εν συνεχεία ο Ρακτιβάν, αναφέρεται στο ιστορικό της ημέρας, σημειώνει ότι ο ίδιος ο πρόεδρος Παπαδόπουλος έδωσε προθεσμία μιας ακόμη ώρας στους δικηγόρους αλλά, πριν παρέλθει εικοσάλεπτο, επιστρέφει ο πρόεδρος μαζί με τον Δεκάριστο και άλλους δικαστικούς απαιτώντας να δικάσουν αμέσως, πράγμα αδύνατον διότι πολλοί συνήγοροι, διάδικοι και μάρτυρες είχαν αποχωρήσει για να επιστρέψουν μετά το τέλος της ωριαίας αναβολής:
    «Εγένετο παρατήρησις προς τον κ. πρόεδρον: “δεν μας εδώσατε προθεσμίαν μιάς ώρας;” Και ούτος απήντησε: “δεν μας αφήνει ο κ. εισαγγελεύς των Εφετών”».  Ο Ρακτιβάν ομολογεί ότι προεκλίθη απρεπής θόρυβος, που οφειλόταν όμως στην άστοχη ενέργεια του Δεκαρίστου, ο οποίος μάλιστα δεν ήταν αρμόδιος να επιβληθεί. Ένα τέταρτο μετά την αποχώρηση του Δεκαρίστου το Δικαστήριο συνεδρίασε αλλά οι υποθέσεις αναβλήθηκαν είτε λόγω της ταραχής των δικηγόρων είτε διότι πολλοί μάρτυρες κτλ. δεν είχαν ακόμη επιστρέψει:

Μετά τούτο ο κ. αντεισαγγελεύς των Εφετών, ο οποίος κατά την πεποίθησίν μου… ήτο ο κύριος υπαίτιος διεξάγει ποινικάς ανακρίσεις και απαγγέλλει κατά των δικηγόρων κατηγορίαν επί αντιστάσει κατά της αρχής, δηλαδή επί αντιστάσει καθ’ εαυτού· εδέησε δε να υποβληθή αίτησις εξαιρέσεως υπό δικηγόρου, ίνα αναθέση εις τον επόμενον αντεισαγγελέα την διεξαγωγή των ανακρίσεων. Η ενέργεια αύτη ήτο ενέργεια εκτός του νόμου.

    Ο Ρακτιβάν ολοκληρώνει την αγόρευσή του επισημαίνοντας ότι οι δικηγόροι δεν θεωρούν εαυτούς αμοίρους ευθυνών αλλά το συμβάν έλαβε διαστάσεις που δεν είχε από την επιμονή του Δεκαρίστου.
    Ο Δημητρακόπουλος, μάλλον με επιθετικό ύφος, σε μακρά αγόρευση, δηλώνει ότι καθήκοντα εισαγγελέως Εφετών ασκούν αντεισαγγελείς και στην Αθήνα και στην Πάτρα διότι αφ’ ενός μεν η υπηρεσία διεξάγεται άριστα από τους υφισταμένους αντεισαγγελείς, αφ’ ετέρου δε δεν περισσεύουν εφέτες για να διατεθούν σε αυτήν την υπηρεσία.  Εν συνεχεία, ο Δημητρακόπουλος αναγιγνώσκει την έκθεση των Δεκαρίστου και Ρωμανού (του πρωτοδίκη που θα προήδρευε του Δικαστηρίου) καθώς και το σχετικό πρακτικό που συντάχθηκε για τη διακοπή της συνεδριάσεως. Οι εκθέσεις των δικαστικών επικεντρώνονται στην απαράδεκτη (όπως ισχυρίζονται) συμπεριφορά των δικηγόρων, αλλά τελικώς επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό των δικηγόρων ότι έλαβαν παράταση μίας ώρας για τη συνεδρίασή τους. 

    Το ζήτημα όμως, είναι ότι η έκθεση του Δεκαρίστου (στην οποία παραδέχεται ότι ο ίδιος κάλεσε τη χωροφυλακή) έχει μερικές σημαντικές διαφορές από την έκθεση του Ρωμανού πράγμα που κατά τον Ρακτιβάν αποδεικνύει ότι ο Δεκάριστος δεν έχει προσωπική αντίληψη επί των γεγονότων: «προκειμένου δε περί εγγράφου, το οποίον ο εισαγγελεύς των Εφετών απευθύνει προς τον υπουργόν της Δικαιοσύνης, επεβάλλετο ακριβολογία και εις τα ελάχιστα». Επίσης, σχολιάσθηκε δηκτικώς η αναφορά του Δεκαρίστου ότι στη σύνθεση του Δικαστηρίου συμμετείχε και ο εισαγγελεύς αν και είναι γνωστό ότι ο τακτικός εισαγγελεύς δεν συμμετέχει σε πολιτικές συνεδριάσεις. Εξακολουθώντας ο Ρακτιβάν, επισημαίνει ότι αν υπάρχει παράπτωμα, αυτό είναι μόνον πειθαρχικό. Εν τούτοις, οι δικηγόροι κατηγορούνται για αντίσταση κατά της αρχής. Πώς αντιστάθηκαν όμως, αφ’ ου αν και έλαβαν προθεσμία μίας ακόμη ώρας, βλέπουν κουστωδία χωροφυλάκων υπό τον Δεκάριστο;

Είναι δυνατόν να αποδοθή εις αυτούς αντίστασις κατά της Αρχής; Ή θέλομεν να σκεφθώμεν κατά το υπόδειγμα των χωροφυλάκων οι οποίοι, αφ’ ου κακοποιήσωσι τον πολίτην, διά ν’ αποφύγωσι την ευθύνην, τον καταγγέλλουσιν είτα επί αντιστάσει κατά της Αρχής; (χειροκροτήματα).

    Η υπόθεση θεωρήθηκε τόσο σημαντική, ώστε έλαβε τον λόγο και ο Πρωθυπουργός Βενιζέλος, ο οποίος και κάλυψε πλήρως τον υπουργό του για το γεγονός ότι δεν ασκεί προσωρινά καθήκοντα εισαγγελέως Εφετών εφέτης (όπως προβλέπει ο νόμος) αλλά αντεισαγγελεύς Εφετών. Τις σκηνές του πρωτοδικείου τις θεωρεί λυπηρές και ζητάει την καταδίκη όσων δικηγόρων πρωτοστάτησαν καθώς οι εκθέσεις των δικαστικών λειτουργών που ανέγνωσε πρωτύτερα ο Δημητρακόπουλος δεν αφήνουν την παραμικρή αμφιβολία για το ποιος φταίει. Και συνεχίζει:

Είπαμεν, κύριοι, ότι οι νόμοι πρέπει να εφαρμόζονται εξ ίσου δι’ όλους, και διά τους αδυνάτους και διά τους ισχυρούς, και διά τους ισταμένους χαμηλά και διά τους ισταμένους υψηλά. Οι κύριοι δικηγόροι είναι εκ των ισταμένων υψηλά, είναι εκ των δυνατών, δεν είναι εκ των αδυνάτων. Και άλλοι αδύνατοι, ασθενείς, οι εργάται νομίζοντες ότι αδικούνται και ότι δύνανται κατ’ αυτόν τον τρόπον να διεκδικήσωσι τα δίκαιά των, ευρίσκονται εις αντίθεσιν προς μίαν των δημοσίων αρχών, την αστυνομικήν, και προβαίνουσιν εις παρεκτροπάς, αι οποίαι τους ρίπτουσιν εις τας φυλακάς, όπου ίσως τινές εξ αυτών μανθάνω ότι ευρίσκονται ακόμη. Πώς θέλετε λοιπόν, ότε ένοχοι παρομοίων σκηνών είναι οι δικηγόροι, οι γνωρίζοντες τους νόμους, οι αποτελούντες και αυτοί όργανα αναγκαία της απονομής της δικαιοσύνης, πώς θέλετε να κρίνητε την ενέργειαν των κυρίων δικηγόρων, ερχομένων να κάμωσιν ομοίας σκηνάς και να επιδείξωσι μίαν συμπεριφορά προς αυτούς τους δικαστάς, πως θέλετε να κρίνητε επιεικέστερα την ενέργειαν αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι, επαναλαμβάνω, και εκ της μορφώσεώς των και εκ της ειδικής ενασχολήσεώς των, είναι υποχρεωμένοι ευλαβέστερον να έχωσι προς τους νόμους και έτι μάλλον προς εκείνους οι οποίοι καλούνται να εφαρμόσωσιν αυτούς, ότε, λέγω αυτοί οι άνθρωποι συμπεριφέρονται κατά τοιούτον τρόπον, ο οποίος δεν αποτελεί μόνον πειθαρχικόν παράπτωμα, αλλά και πράξιν κολάσιμον;

    Το πλέον ενδιαφέρον όσων αναφέρει ο Πρωθυπουργός, είναι ότι οι εργάτες «νομίζουν» ότι αδικούνται, σε μια εποχή που το ημερομίσθιό τους κυμαινόταν συνήθως μεταξύ δύο και τεσσάρων δραχμών! Όταν ο Κ. Ζαβιτζιάνος παρατηρεί: «ότε οι δικασταί αυτοί οι τηρηταί των νόμων, οι οποίοι οφείλουσι να είναι τηρηταί των νόμων, παρανομούσι, δεν οφείλουσιν οι δικηγόροι, οι οποίοι είναι αρμοδιώτεροι, να εξεγερθώσι κατά της παρανομίας;» ο Βενιζέλος απαντά ότι το Δικαστήριο έπρεπε εξ αρχής να συνεδριάσει, παρά τη σύσκεψη των δικηγόρων.
    Ο Χ. Πετρέας, αφ’ ου παρατηρεί ότι οι τρεις εκθέσεις των δικαστικών που ήδη ανεγνώσθησαν αλληλοαναιρούνται σε ουσιώδη σημεία τους, αναρωτιέται αν ο αντεισαγγελεύς έχει το δικαίωμα να διαλύσει τον Δικηγορικό Σύλλογο όταν αυτός νομίμως συνεδριάζει.  Αρκετοί βουλευτές έλαβαν τον λόγο, οι περισσότεροι εκ των οποίων υπερασπίσθηκαν τους δικηγόρους. Επειδή όμως, από βουλευτή της συμπολιτεύσεως ετέθη θέμα εμπιστοσύνης με την κατωτέρω πρόταση: «Η Βουλή εγκρίνουσα την δήλωσιν και την ενέργειαν του υπουργού της Δικαιοσύνης και εκφράζουσα εις αυτόν την εμπιστοσύνη αυτής μεταβαίνει εις την Ημερησίαν Διάταξιν» αλλά η Βουλή δεν βρισκόταν σε απαρτία, η ψηφοφορία αναβλήθηκε για την επομένη, οπότε και η πρόταση έγινε άνετα δεκτή[vii].

Μερικές παρατηρήσεις
Έχοντας εξετάσει λεπτομερώς τα ανωτέρω, τίθεται το ερώτημα ποιος τελικώς ευθύνεται για τις σκηνές του Πρωτοδικείου: οι δικηγόροι, οι δικαστές, η κυβέρνηση; Ως είθισται σε παρόμοιες περιπτώσεις, η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. 

    Κατ’ αρχάς, οι δικηγόροι νομίμως συνεδρίασαν στην αίθουσα του Πρωτοδικείου χωρίς να λάβουν σχετική άδεια διότι (όπως προαναφέραμε) το άρθρο 5 του περί Δικηγορικών Συλλόγων νόμου προέβλεπε ότι οι δικηγόροι συνέρχονται στην αίθουσα του Πρωτοδικείου τις ώρες που δεν έχει ορισθεί συνεδρίαση. Όταν έπρεπε να επαναληφθεί η συνεδρίαση του Δικαστηρίου, οι δικηγόροι δεν είχαν ολοκληρώσει την εργασία τους και ο πρόεδρος Παπαδόπουλος τους επέτρεψε να συνεχίσουν για μία ακόμη ώρα. Φαίνεται ότι η εμφάνιση του προέδρου προκάλεσε έντονες διαμαρτυρίες, που μάλλον ξεπέρασαν το όριο του επιτρεπτού από τους δικηγόρους. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο πρόεδρος ούτε απειλήθηκε ούτε ασκήθηκε εναντίον του βία. Τουναντίον, όταν τον παρακάλεσαν οι περισσότερο ψύχραιμοι να τους χορηγήσει μια σύντομη παράταση, δέχθηκε. 

    Η απόφαση του προέδρου ήταν απολύτως δικαιολογημένη διότι η σύσκεψη όδευε προς το τέλος της, ήταν συγκεντρωμένοι περισσότεροι από 400 δικηγόροι και η αναβολή της (ώστε να συνεδριάσει το Δικαστήριο) θα δημιουργούσε αναστάτωση στους συγκεντρωμένους· άλλωστε αρχικώς, η συγκέντρωση των δικηγόρων είχε προγραμματισθεί για την προηγουμένη αλλά αναβλήθηκε (χωρίς επεισόδια) διότι παρατάθηκε η συνεδρίαση του Πλημμελειοδικείου. Σε κάθε περίπτωση, δεν υπήρχε λόγος να δημιουργηθεί πρόβλημα, τον δε χρόνο που χάθηκε θα μπορούσε να αναπληρώσει το Δικαστήριο αν (λόγω της περιστάσεως) δεν διέκοπτε για διάλειμμα. 

    Το όλο πρόβλημα δημιούργησε ο Δεκάριστος, «θέλων με της ατόπου επεμβάσεώς του να επιδείξη άκαιρον ζήλον εις εκπλήρωσιν υπηρεσίας ξένης προς τα καθήκοντα αυτού»[viii]. Γιατί όμως; Ο Κουλουμβάκης το απέδωσε στη γνωστή (και εν πολλοίς ακατανόητη) αντιπαλότητα δικαστών-δικηγόρων η οποία εξακολουθεί να υφίσταται. Εν τούτοις, και ο Παπαδόπουλος και ο Ρωμανός (όπως φανερώνει η έκθεσή του), ήταν πολύ περισσότερο συγκαταβατικοί από τον Δεκάριστο, και φαίνεται ότι αν ήταν αποκλειστικώς στο χέρι τους θα είχε αποφευχθεί το επεισόδιο. Είναι πιθανότερο τα αίτια να είναι πολιτικά, ειδάλλως δεν εξηγείται η πλήρης κάλυψη που παρείχε όχι μόνον ο υπουργός Δικαιοσύνης αλλά και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός στον Δεκάριστο, όταν μάλιστα οι δικηγόροι, μέσω του Ρακτιβάν, ήταν πολύ προσεκτικοί και συμφιλιωτικοί. Μήπως όμως, η κυβέρνηση υιοθέτησε αυτήν τη στάση για να συγκαλύψει το παράπτωμα της να τοποθετήσει τον Δεκάριστο έστω και προσωρινώς στη θέση του εισαγγελέως Εφετών; Φρονούμε ότι δεν μπορεί να διορθωθεί το ένα παράπτωμα με ένα άλλο, και αυτό ασφαλώς το κατανοούσε ο Δημητρακόπουλος. 

    Ο Δεκάριστος κακώς ασκούσε καθήκοντα εισαγγελέως Εφετών, όπως ανέπτυξε ο Ρακτιβάν. Όσα εξέθεσε ο Δημητρακόπουλος (και φρόντισε να τον καλύψει πλήρως ο Βενιζέλος), είναι άσχετα. Ουδόλως αμφιβάλουμε ότι υπήρχε σημαντική έλλειψη εφετών, εν τούτοις ο υπουργός δεν εφαρμόζει τους νόμους που επιθυμεί αλλά όλους τους νόμους. Με την τεράστια πλειοψηφία που απελάμβανε η κυβέρνηση στη Βουλή (στις εκλογές απείχαν τα αντίπαλα κόμματα) μπορούσε αν θεωρούσε τον νόμο ανεπαρκή να τον μεταβάλει – πράγμα που δεν έπραξε. Ο Δεκάριστος όμως, ενώ του είχαν παρατύπως ανατεθεί καθήκοντα εισαγγελέως Εφετών και ασφαλώς το εγνώριζε, οπότε θα έπρεπε να είναι πολύ περισσότερο προσεκτικός και να μην δημιουργεί προβλήματα, όχι μόνον ουσιαστικώς προκάλεσε το επεισόδιο αλλά προέβη και σε ποινικές διώξεις. Επί πλέον, όπως σημείωσε ο Ρακτιβάν, ο ίδιος ο Δεκάριστος ανέλαβε τις ανακρίσεις, για αδίκημα που εκτελέσθηκε εναντίον του εαυτού του, «ενέργεια εκτός του νόμου». 

    Επίσης, γιατί ο Δεκάριστος κάλεσε τη χωροφυλακή αλλά μόλις εμφανίσθηκε φρόντισε να της ζητήσει να αποχωρήσει; Ίσως πίστευε ότι, μετά τη δυναμική του επέμβαση, οι δικηγόροι θα εγκατέλειπαν την αίθουσα και θα συνέχιζαν τη συνεδρίασή τους στο προαύλιο, χωρίς να διαθέτουν σχετική άδεια, οπότε η αστυνομία επιτρεπόταν να τους διαλύσει. Εφ’ όσον όμως παρέμειναν στην αίθουσα, ήταν αδύνατον να διαταχθεί η εισβολή της χωροφυλακής διότι αφ’ ενός μεν είχε δοθεί η άδεια του Παπαδοπούλου, αφ’ ετέρου δε υπήρχε σοβαρός κίνδυνος τραυματισμών ή θυμάτων· και οι δικηγόροι δεν ήταν ανίσχυροι εργάτες για να ανεχθούν θύματα. Άλλο ερώτημα είναι πως κατάφερε να φθάσει ολόκληρος ουλαμός χωροφυλάκων εντός ολίγων λεπτών. Οι χωροφύλακες συνήθως εκτελούν διάφορες υπηρεσίες, δεν κάθονται να περιμένουν πότε θα τους καλέσει κάποιος. Ίσως, λοιπόν, είχε δοθεί εντολή να βρίσκονται σε επιφυλακή, γι’ αυτό και κατάφερε να συγκεντρωθεί τόσο γρήγορα μια τόσο μεγάλη δύναμη. 

    Πλην τούτων, είναι ανεξήγητο γιατί ο Δεκάριστος, προκειμένου να συνεχισθεί η συνεδρίαση του Δικαστηρίου, εκτός από τη σύνθεση του Δικαστηρίου που θα δίκαζε, έφερε μαζί του έναν εισαγγελέα Πρωτοδικών και τρεις ανακριτές (σε συνεδρίαση μάλιστα εμπορικού τμήματος). Αυτό, βέβαια, δεν συνέβη τυχαία (είναι μάλλον πρωτοφανές) και ίσως αποτελεί προσπάθεια εκφοβισμού των δικηγόρων. Γίνεται σαφές πάντως, ότι για να μπορεί να προβεί σε παρόμοιες ενέργειες, είτε διέθετε σχετική εντολή είτε απελάμβανε κάποιου άλλου είδους καλύψεως. Φαίνεται λοιπόν, ότι πράγματι ο Δεκάριστος είχε εντολή από την κυβέρνηση να διαλύσει τη συνέλευση. Το «Εμπρός», την επομένη των επεισοδίων, προβαίνει στο κάτωθι δηκτικό σχόλιο που μάλλον δεν απέχει από την πραγματικότητα:

Τι ήθελον και πώς ευρέθησαν κατά την στιγμήν εκείνην εκεί οι δύο εισαγγελείς; Και εις τι απέβλεπε και παρά τίνος εκλήθη και κατά τινός προωρίζετο η αστυνομική δύναμις; Ολίγα λεπτά της ώρας πρότερον ο κ. πρόεδρος του Πρωτοδικείου είχε παραχωρήσει την αίθουσαν και η σύσκεψις θα έληγεν άνευ θορύβου και επεισοδίων. Αλλ’ ο κ. υπουργός εσκέφθη:
    «Επιτρέπεται να συνέρχωνται οι δικηγόροι εις το Πρωτοδικείον δια να με αποδοκιμάσουν; Εάν επρόκειτο τουλάχιστον να συμβή το αντίθετον! Να διαλυθούν λοιπόν διά της βίας και να επιβληθή το Κράτος του Νόμου!»
    Ποίου νόμου κράτος διεσαλεύθη; Και πώς διεσαλεύθη; Αδιάφορον. Δεν πρέπει να λησμονώμεν ότι διερχόμεθα την εποχήν, καθ’ ην η λέξις «πυγμή» έχει πολλήν πέρασιν. Υπάρχουν λέξεις αι οποίαι κολλούν εις τους ανθρώπους, όπως και αι ασθένειαι.

    Είναι γνωστό ότι ο Βενιζέλος ως κυβερνήτης ήταν αυταρχικός· ο υπουργός Εσωτερικών του Ε. Ρέπουλης έστελνε την αστυνομία εναντίον κάθε αντιβασιλικού γενικώς, το 1913 συνελήφθησαν 76 εργάτες, 29 συνδικαλιστικά στελέχη κακοποιήθηκαν από την αστυνομία ενώ η προετοιμασία για τις εκδηλώσεις της Πρωτομαγιάς απαγορεύθηκε[ix]. Η πρώτη κυβέρνηση Βενιζέλου ψήφισε εργατικούς νόμους, οι οποίοι δεν εφαρμόσθηκαν καθώς κυβέρνηση, δικαστές και αστυνομικοί τους αγνοούσαν επιδεικτικώς ενώ «τινά εκ των αστυνομικών οργάνων αποπειραθέντα να τους εφαρμόσουν ετιμωρήθησαν κατόπιν αδικαιολογήτως υπό των προϊσταμένων των»[x]. Επί πλέον, με τον νόμο περί επαγγελματικών σωματείων, η κυβέρνηση Βενιζέλου θα επιβάλει ένα ασφυκτικό καθεστώς ελέγχου στα σωματεία, που εν πολλοίς αποσκοπούσε στον περιορισμό των απεργιών[xi]. Επίσης, ο νόμος της Κυριακής αργίας για τις εφημερίδες (που επιβαλλόταν λόγω της εξαιρετικώς ανθυγιεινής εργασίας των τυπογράφων) δεν εφαρμόσθηκε παρά μόνον στο τέλος της δεκαετίας του 1930[xii]

    Ο Βενιζέλος όμως, δεν αναφερόταν στις δίκαιες απαιτήσεις των εργατών; Ο Κρης πολιτικός ουσιαστικώς αποκαλεί «δίκαιες» τις απαιτήσεις της εργατικής τάξεως, όπως γίνονται αντιληπτές από μια άρχουσα τάξη της οποίας τα συμφέροντα συμπίπτουν με εκείνα των εργαζομένων τάξεων μόνον στον βαθμό που η ικανοποίηση των εργαζομένων συμβάλει στη διατήρηση της καθεστηκυίας τάξεως. Το αστικό κράτος ήταν διατεθειμένο να ανεχθεί το πολύ μια συνδικαλιστική συνείδηση και την πολιτικοποίηση της εργατικής τάξεως μόνον για να επιβάλει σχέσεις προστασίας-πελατείας μεταξύ μιας δυνητικά επαναστατικής δυνάμεως και της αστικής τάξεως. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι θα έφθανε στο σημείο να αποδεχθεί τη χειραφέτηση μιας μαζικής εργατικής συνειδήσεως υπό την καθοδήγηση μιας επαναστατικής πρωτοπορίας, χειραφέτηση η οποία θα σκόπευε σε κοινωνικές αλλαγές που θα επηρέαζαν τις υπάρχουσες κοινωνικές δομές. Στη φάση αυτή η άρχουσα τάξη θα επιχειρούσε να εμποδίσει την εξέλιξη της ταξικής συνειδήσεως, δηλαδή την κοινωνικο-πολιτικοποίησή της, παροπλίζοντας έτσι το εργατικό κίνημα ως κίνημα[xiii]

    Οι δικηγόροι όμως, τι σχέση μπορεί να έχουν με τους εργάτες, αφ’ ου θεωρούνται αστοί. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ οι δικηγόροι στην Ελλάδα (ως επαγγελματικός κλάδος) δεν ανήκαν στην αστική τάξη. Στην πραγματικότητα μεγάλο μέρος των δικηγόρων ήταν μικροαστοί και αρκετοί από αυτούς υποαπασχολούνταν εξ αιτίας της υπερπληθώρας δικηγόρων[xiv]. Η αντιμετώπιση των δικηγόρων λοιπόν, δεν διαφέρει από τη στάση που χάραξε η κυβέρνηση Βενιζέλου εναντίον των συνδικαλιστικών ομάδων των υπολοίπων επαγγελμάτων. Δημητρακόπουλος και Βενιζέλος ήταν λάβροι κατά των δικηγόρων στη Βουλή, όταν ο Ρακτιβάν επέδειξε συμβιβαστικό πνεύμα ενώ και ο πρόεδρος Παπαδόπουλος δεν θέλησε να λάβει το επεισόδιο διαστάσεις. Η κυβέρνηση όμως, επιθυμούσε με κάθε μέσο να διαλύσει τη συγκέντρωση διότι θα ελάμβανε απόφαση εναντίον της, γι’ αυτό έφθασε στο σημείο όχι μόνον να ζητήσει την παράτυπη επέμβαση του Δεκαρίστου αλλά να καλέσει ακόμη και τη χωροφυλακή. Μάλιστα, όταν η προσπάθειά της αυτή απέτυχε, ουσιαστικώς εφηύρε τις «σκηνές του Πρωτοδικείου» προχωρώντας σε ανακρίσεις, προφανώς προς γνώση και για τις νόμιμες συνέπειες…
    
 Να σημειωθεί ότι οι δικηγόροι απέρριψαν την πρόταση για κήρυξη απεργίας και αρκέσθηκαν απλώς στη διατύπωση ενός ψηφίσματος, το οποίο μάλιστα απέφυγε να αναφερθεί στην παρέμβαση του Δεκαρίστου. Αν στη μετριοπαθή αυτή στάση των δικηγόρων η κυβέρνηση αντέταξε ποινικές διώξεις μπορούμε, βέβαια, να φανταστούμε τι θα επακολουθούσε αν είχε κηρυχθεί απεργία. Ίσως και οι παλαιότερες κυβερνήσεις να προέβαιναν σε παρόμοιες ενέργειες εναντίον συνδικαλιστών. Εν τούτοις, η κυβέρνηση Βενιζέλου είχε καταδικάσει συλλήβδην τις προηγούμενες κυβερνήσεις, υποσχόμενη μια καινούργια εποχή με καινούργιες πρακτικές. Παρόμοιες ενέργειες όμως, δεν συνάδουν με τη νέα ηθική που επικαλούταν ο Βενιζέλος και οι Φιλελεύθεροι. Ειδικώς η δημιουργία ανύπαρκτου προβλήματος (που δεν αποτελεί ασυνήθιστη πρακτική προκειμένου να ασκηθούν ποινικές διώξεις) και κυρίως το γεγονός ότι ο υπουργός Δικαιοσύνης και ο Πρωθυπουργός προδικάζουν ότι οι κατηγορούμενοι (δικηγόροι) είναι ένοχοι, δεν τιμά καμία κυβέρνηση. 

    Οι ξεχασμένες σήμερα «σκηνές του Πρωτοδικείου», έλαβαν χώρα ακριβώς πριν από έναν αιώνα. Αποτελούν, όμως, ένα ενδιαφέρον επεισόδιο διότι η κυβέρνηση ίσως βρέθηκε για πρώτη φορά αντιμέτωπη όχι με εργάτες αλλά με δικηγόρους, οι οποίοι και ανώτατη μόρφωση διέθεταν και ισχυρότερους οικονομικούς πόρους. Το συνδικαλιστικό κίνημα (γενικότερα και όχι μόνο αυτό των δικηγόρων) βρισκόταν ακόμη στα σπάργανα αλλά η δυναμική του ήταν τέτοια που κανένα κυβερνητικό μέτρο δεν μπόρεσε να την ανακόψει. 

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου